scholarly journals Μελέτη της μεταβολής των αιματολογικών, βιοχημικών και ορμονικών παραμέτρων, καθώς και της οξειδοαναγωγικής κατάστασης του αίματος των κριών κατά την αναπαραγωγική δραστηριότητα

2017 ◽  
Author(s):  
Ιωάννης Οικονομίδης

H αναπαραγωγική διαδικασία είναι μία κρίσιμη, βιολογικά ενεργειοβόρα διαδικασία, η οποία διαταράσσει, προσωρινά, την ομοιοστασία του οργανισμού. O σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η μελέτη των μεταβολών των αιματολογικών και βιοχημικών παραμέτρων, των ορμονών του θυρεοειδούς αδένα και της οξειδοαναγωγικής κατάστασης του αίματος των κριών, κατά την αναπαραγωγική δραστηριότητα στη διάρκεια ενός προκληθέντος οίστρου. Στη μελέτη εντάχθηκαν 37 ενήλικοι κριοί, οι οποίοι πληρούσαν αυστηρά κριτήρια και κατανεμήθηκαν σε δύο ομάδες (Ομάδα Α, κριοί Χίου, n=19 και Ομάδα Β, κριοί Φλωρίνης, n=18). Κάθε κριός πραγματοποιούσε κατά βούληση συζεύξεις με 10 θηλυκά πρόβατα της αντίστοιχης φυλής, στα οποία είχε πραγματοποιηθεί συγχρονισμός του οίστρου. Αιμοληψίες διενεργούνταν πριν την έναρξη της αναπαραγωγικής δραστηριότητας (χρονική στιγμή Τ0), κατά τη διάρκειά της (24, 48 και 72 ώρες μετά την Τ0) και μετά το πέρας αυτής (1 εβδομάδα μετά την Τ0). Στους κριούς πραγματοποιούνταν γενική εξέταση αίματος (Advia 120, Siemens Healthcare Diagnostics, USA) και κυτταρολογική εξέταση του επιχρίσματος του αίματος. Οι αναλυτές Flexor E (Vital Scientific N.V., The Netherlands) και AVL 9180 Electrolyte Analyzer (Roche Diagnostics, Belgium) χρησιμοποιήθηκαν για την πραγματοποίηση των βιοχημικών εξετάσεων στον ορό του αίματος. Συγκεκριμένα, προσδιορίστηκαν οι συγκεντρώσεις των εξής παραμέτρων: ολικές πρωτεΐνες, λευκωματίνη, σφαιρίνες, γλυκόζη, χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, ολικό ασβέστιο, ανόργανος φωσφόρος, κάλιο, νάτριο, ουρία, κρεατινίνη και ολική χολερυθρίνη, καθώς και οι δραστηριότητες των ενζύμων ALT, AST, ALP, GGT, CK και LDH. Ο αναλυτής Immulite 1000 (Siemens Healthcare Diagnostics, USA) χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση της συγκέντρωσης της θυροξίνης στον ορό. Ο έλεγχος της οξειδοαναγωγικής κατάστασης του αίματος πραγματοποιήθηκε με τη χρησιμοποίηση των d-ROMs Test (Diacron Labs S.r.I., Italy) και BAP Test (Diacron Labs S.r.I., Italy) και τη βοήθεια του αναλυτή Free Carpe Diem (Diacron Labs S.r.I., Italy). Χωριστά μικτά μοντέλα επιδράσεων χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη της επίδρασης των παραγόντων Ομάδα και Χρόνος στις εξαρτημένες μεταβλητές (R, R Foundation for Statistical Computing, Austria). Σε κάθε μοντέλο έγινε έλεγχος για την ύπαρξη στατιστικά σημαντικής αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο παραγόντων (Ομάδα×Χρόνος), αλλά και κύριων επιδράσεων των δύο παραγόντων (Ομάδα και Χρόνος) στην υπό μελέτη παράμετρο. Υπό τις συνθήκες του πειράματός μας, η αναπαραγωγική δραστηριότητα συνδέεται με πολυάριθμες αιματολογικές, βιοχημικές, ορμονικές και οξειδοαναγωγικές μεταβολές. Η έντονη αναπαραγωγική δραστηριότητα αποτελεί μία φυσική δραστηριότητα, η οποία προκαλεί ήπια μυϊκή βλάβη και συνδέεται με παρουσία οξειδωτικού στρες στους κριούς Φλωρίνης, ενώ αντιθέτως, η κριοί Χίου αποδεικνύονται ανθεκτικοί, πιθανότατα λόγω του υψηλότερου αντιοξειδωτικού δυναμικού τους και της ικανότητάς τους να ενισχύουν την αντιοξειδωτική τους άμυνα. Εν γένει, οι παρατηρούμενες εργαστηριακές μεταβολές είναι συμβατές με αυτές που έχουν αναφερθεί σε διάφορες μορφές φυσικής δραστηριότητας και άσκησης στα ζώα και στον άνθρωπο και αντικατοπτρίζουν, κυρίως, την αυξημένη έκκριση κατεχολαμινών ή/και κορτιζόλης, τη σχετιζόμενη με την περίοδο αποκατάστασης διόγκωση του πλάσματος του αίματος και τη μειωμένη αιματική ροή των εσωτερικών οργάνων προς όφελος των υπερλειτουργούντων μυών. Επιπλέον, εικάζεται ότι το αναπαραγωγικό ένστικτο υπερισχύει προσωρινά του ενστίκτου της πείνας, επιδρώντας ήπια στον μεταβολισμό των κριών. Η παρούσα έρευνα αποτελεί την πρώτη ευρείας έκτασης μελέτη των εργαστηριακών μεταβολών που συνοδεύουν την αναπαραγωγική δραστηριότητα των αρσενικών και τα αποτελέσματά της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μελλοντικές έρευνες.


2018 ◽  
Author(s):  
Θεοδώρα Τσουλούφη

Η ΖΕN είναι μια μη στεροειδής, οιστρογόνος μυκοτοξίνη, η οποία έχει καταγεγραμμένη τοξική δράση στο αναπαραγωγικό σύστημα, καθώς και αιματοτοξική, ηπατοτοξική, νεφροτοξική, ανοσοτοξική και προοξειδωτική δράση. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η μελέτη της επίδρασης μιας χαμηλής δόσης ΖΕN (50μg/kg) χορηγούμενης μακροχρονίως στις αιματολογικές και βιοχημικές παραμέτρους, την οξειδοαναγωγική κατάσταση του αίματος, καθώς και το αναπαραγωγικό σύστημα αρσενικών κονίκλων. Δέκα αρσενικοί, κλινικά υγιείς ενήλικες κόνικλοι εντάχθηκαν στον πειραματικό πληθυσμό της μελέτης. Η παρασκευή του διαλύματος ΖΕΝ πραγματοποιήθηκε με τη διασπορά κονιορτοποιημένης μυκοτοξίνης σε διαλύτη διμεθυλο σουλφοξείδιο. Ο πειραματικός σχεδιασμός περιελάμβανε 7 εβδομάδες ελέγχου και 7 εβδομάδες χορήγησης τοξίνης. Κατά την περίοδο ελέγχου, οι κόνικλοι λάμβαναν καθημερινά per os 0,5 ml νερού, ενώ πραγματοποιούνταν λήψεις δειγμάτων αίματος και σπέρματος ανά εβδομάδα. Κατά την περίοδο χορήγησης, οι κόνικλοι λάμβαναν καθημερινά 0,5 ml διαλύματος τοξίνης, ενώ τα δείγματα αίματος και σπέρματος λαμβάνονταν κατά τον ίδιο τρόπο. Στα δείγματα ολικού αίματος πραγματοποιήθηκε γενική εξέταση (ADVIA 120, Siemens Healthcare Diagnostics, Η.Π.Α.) και κυτταρολογική εξέταση των επιχρισμάτων. Στα δείγματα ορών προσδιορίστηκε η συγκέντρωση των παρακάτω βιοχημικών παραμέτρων (Flexor E, Vital Scientific N.V., Ολλανδία· AVL 9180 Electrolyte Analyser, Roche Diagnostics, Βέλγιο): ολικές πρωτεΐνες, λευκωματίνη, σφαιρίνες, χολοστερόλη, τριγλυκερίδια, γλυκόζη, ολικό ασβέστιο, ανόργανος φωσφόρος, νάτριο, κάλιο, ουρία, κρεατινίνη, ALP, ALT, AST, γ-GT, και ολική χολερυθρίνη. Δείγματα ορών εξετάστηκαν για τη συγκέντρωση των δραστικών μεταβολιτών οξυγόνου (ROMs) (Diacron Labs S.r.l., Ιταλία) και τη συγκέντρωση βασικών επιπέδων τεστοστερόνης (Immulite 1000, Siemens Healthcare Diagnostics, Η.Π.Α.). Τα δείγματα σπέρματος εξετάστηκαν ως προς: i) τις κινητικές παραμέτρους των σπερματοζωαρίων με τη χρήση του Sperm Class Analyzer (Microptic S.L., Automatic Diagnostic Systems, Ισπανία), ii) τη ζωτικότητα των σπερματοζωαρίων με την εφαρμογή διπλής φθορίζουσας χρώσης καλσεΐνης-ιωδιούχου προπιδίου, iii) τη μορφολογία των σπερματοζωαρίων με τη χρήση της χρωστικής Spermblue® και iv) την ακεραιότητα της πυρηνικής χρωματίνης με τη χρήση της φθορίζουσας χρωστικής πορτοκαλόχρωμης ακριδίνης. Με το πέρας του πειραματισμού, ελήφθησαν δείγματα ήπατος, νεφρών, επινεφριδίων, όρχεων και επιδιδυμίδων, προκειμένου να εξεταστούν ιστολογικά. Η στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων πραγματοποιήθηκε με την εφαρμογή ενός μικτού γραμμικού μοντέλου επαναλαμβανόμενων μετρήσεων. Κατά την περίοδο έκθεσης στη ΖΕΝ παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική αύξηση των τιμών των παραμέτρων RDW, MPV, WBC, AST, της ολικής χολερυθρίνης, καθώς και των απόλυτων αριθμών των μονοκυττάρων και των εωσινοφίλων, ενώ αντιθέτως, οι συγκεντρώσεις της ουρίας, της κρεατινίνης, της γλυκόζης, του ολικού ασβεστίου, του καλίου και του νατρίου μειώθηκαν σημαντικά. Κατά την περίοδο έκθεσης στη ΖΕΝ, η παράμετρος BCF αυξήθηκε σημαντικά, καθώς και το ποσοστό των σπερματοζωαρίων με μορφολογικές ανωμαλίες κεφαλής και μέσου τμήματος, και το ποσοστό των σπερματοζωαρίων με διαταραχές ακεραιότητας της πυρηνικής χρωματίνης. Η ιστοπαθολογική εξέταση κατέδειξε την παρουσία κυτταροπλασματικής κενοτοπίωσης στα ηπατικά κύτταρα και τα επιθηλιακά κύτταρα των εγγύς νεφρικών ουροφόρων σωληναρίων. Συμπερασματικά, υπό τις παρούσες πειραματικές συνθήκες, η χορήγηση ΖΕΝ σχετίστηκε με την παρουσία φλεγμονώδους απόκρισης ή/και αντίδρασης υπερευαισθησίας, ήπιας ηπατοκυτταρικής βλάβης και ηπατικής δυσλειτουργίας, πιθανής νεφρικής βλάβης και/ή διαταραχής στην εντερική απορρόφηση. Αντιθέτως, οι περισσότερες παρατηρούμενες σημαντικές μεταβολές στις ποιοτικές παραμέτρους του σπέρματος θεωρούνται περιορισμένης βιολογικής σημασίας, καθώς με τα μέχρι σήμερα βιβλιογραφικά δεδομένα δεν αναμένεται να επηρεάσουν τη γονιμότητα των κονίκλων.



1996 ◽  
Vol 26 (12) ◽  
pp. 1355-1363 ◽  
Author(s):  
M. M. van der Klauw ◽  
J. H. P. Wilson ◽  
B. H. Ch. Stricker




1999 ◽  
Vol 4 (4) ◽  
pp. 263-271 ◽  
Author(s):  
Peter van Drunen ◽  
Pieter J. van Strien
Keyword(s):  


2020 ◽  
Vol 51 (3) ◽  
pp. 171-182
Author(s):  
Allard R. Feddes ◽  
Kai J. Jonas

Abstract. LGBT-related hate crime is a conscious act of aggression against an LGBT citizen. The present research investigates associations between hate crime, psychological well-being, trust in the police and intentions to report future experiences of hate crime. A survey study was conducted among 391 LGBT respondents in the Netherlands. Sixteen percent experienced hate crime in the 12 months prior. Compared to non-victims, victims had significant lower psychological well-being, lower trust in the police and lower intentions to report future hate crime. Hate crime experience and lower psychological well-being were associated with lower reporting intentions through lower trust in the police. Helping hate crime victims cope with psychological distress in combination with building trust in the police could positively influence future reporting.



Sign in / Sign up

Export Citation Format

Share Document